ονειρεμένος

ονειρεμένος
-η, -ο [ονειρεύομαι]
1. αυτός που μοιάζει με όνειρο
2. αυτός που εμφανίζεται σε όνειρο
3. μτφ. μαγευτικός, ωραιότατος, έξοχος, εξαίσιος («καὶ καρτερούν τα μάγια, που πάνε... τους ανθρώπους σ' ονειρεμένους τόπους», Παλαμ.).
επίρρ...
ονειρεμένα
με ονειρεμένο τρόπο, ονειρωδώς.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ονειρεύομαι — ονειρεύομαι, ονειρεύτηκα, ονειρεμένος βλ. πίν. 18 Σημειώσεις: ονειρεύομαι : η μτχ. ονειρεμένος χρησιμοποιείται ως επίθετο → τόσο ωραίος, ώστε να μοιάζει με όνειρο …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”